Μετάφραση του "orpo" σε Ελληνικά
Οι ορφανός, ορφανό, πεντάρφανος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "orpo" σε Ελληνικά.
orpo
adjective
noun
γραμματική
-
ορφανός
noun masculineHän oli orpo, ja hänestä tuli yksi esivanhemmistani.
Ήταν ορφανός και υπήρξε ένας από τους προπάππους μου.
-
ορφανό
noun adjectiveOn hieno idea kutsua orpo asumaan viikoksi luoksenne.
́ Ηταν σπουδαία ιδέα να πάρετε ένα ορφανό.
-
πεντάρφανος
noun masculine -
oρφαvό
Olen vain orpo, jonka perheenne adoptoi.
Eίμαι απλά έvα oρφαvό πoυ πήρατε στηv πρoστασία σας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " orpo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη