Μετάφραση του "ottaa lainaksi" σε Ελληνικά

Το δανείζομαι είναι η μετάφραση του "ottaa lainaksi" σε Ελληνικά.

ottaa lainaksi
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δανείζομαι

    verb

    Λαβαίνω προσωρινά (κάτι) από κάποιον, με την προϋπόθεση να το επιστρέψω.

    Tämän lähestymistavan mukaan keskitettyyn budjettiin olisi todennäköisesti liitettävä valtuudet ottaa lainaa ja laskea liikkeeseen joukkolainoja.

    Στο πλαίσιο της προσέγγισης αυτής, θα πρέπει πιθανότατα να δοθεί στον κεντρικό προϋπολογισμό η δυνατότητα να δανείζεται και να εκδίδει ομόλογα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ottaa lainaksi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ottaa lainaksi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη