Μετάφραση του "ottaminen" σε Ελληνικά

Οι ανάληψη, κατάποση, κατανάλωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ottaminen" σε Ελληνικά.

ottaminen Noun verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανάληψη

    noun feminine

    Maalla on poliittinen luokka, jonka vastuun ottaminen on hyödyttömällä tasolla.

    " πολιτική τάξη της χώρας είναι ανώφελη, όσον αφορά την ανάληψη ευθυνών.

  • κατάποση

    noun
  • κατανάλωση

    noun feminine

    Tavoitteena on pikemminkin jyrkän linjan ottaminen alkoholinkäytön leviämiseen nuorimpien keskuuteen.

    Σκοπός είναι, απεναντίας, να ακολουθηθεί μια αυστηρή πολιτική απέναντι στην κατανάλωση οινοπνεύματος από τη νεολαία.

  • προσάρτηση

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ottaminen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ottaminen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ottaminen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη