Μετάφραση του "ovi" σε Ελληνικά
Οι πόρτα, θύρα, κεκλεισμένων των θυρών είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ovi" σε Ελληνικά.
ovi
noun
γραμματική
-
πόρτα
noun feminine1|rakennuksen, huoneen tai muun sisätilan seinässä olevaan oviaukkoon sijoitettu avattava ja suljettava, monesti myös lukittava, saranoitu luukkumainen sulkulevy
Sulje ovi, täällä vetää.
Κλείστε την πόρτα, κάνει ρεύμα.
-
θύρα
noun feminineKyseisiä ylimääräisiä henkilöitä varten tarkoitettu ovi hyväksytään kuljettajan hätäoveksi.
Η θύρα για τα επιπλέον άτομα γίνεται δεκτή ως θύρα κινδύνου για τον οδηγό.
-
κεκλεισμένων των θυρών
adverb -
πόρτα-πόρτα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ovi " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Ovi
-
Πόρτα
Sulje ovi, täällä vetää.
Κλείστε την πόρτα, κάνει ρεύμα.
Εικόνες με "ovi"
Φράσεις παρόμοιες με "ovi" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εξωτερική πόρτα · εξώπορτα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη