Μετάφραση του "palkkio" σε Ελληνικά
Οι αμοιβή, ανταμοιβή, εισφορά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "palkkio" σε Ελληνικά.
palkkio
noun
γραμματική
-
αμοιβή
noun feminineHän otti tehtävänsä niin vakavasti, ettei koskaan pyytänyt palkkiota.
Πήρε τόσο σοβαρά την αποστολή του, που δε ζήτησε ποτέ αμοιβή.
-
ανταμοιβή
noun feminineKantaisimme suurimman osan riskistä ja palkkio jäisi pieneksi.
Θα αναλάβουμε το μεγαλύτερο ρίσκο, κι όχι ιδιαίτερα σημαντική ανταμοιβή.
-
εισφορά
noun feminineMääräraha on tarkoitettu kattamaan erityisneuvonantajien palkkiot, virkamatkakulut sekä työnantajan osuus tapaturmavakuutuksesta.
Η πίστωση αυτή προορίζεται να καλύψει τις αποδοχές, τα έξοδα αποστολής, καθώς και την εργοδοτική εισφορά στην ασφάλιση κατά των κινδύνων ατυχήματος, των ειδικών συμβούλων.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- βραβείο
- δίδακτρα
- δικαιώματα
- εξέταστρα
- πριμοδότηση
- αποζημίωση
- μισθός
- πληρωμή
- τέλος
- αντιμισθία
- εισόδημα από μη μισθωτές υπηρεσίες
- επιβράβευση
- μέρος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " palkkio " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "palkkio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πριμοδότηση μη εμπορίας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη