Μετάφραση του "palli" σε Ελληνικά

Οι σκίμπους, σκαμνί είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "palli" σε Ελληνικά.

palli noun γραμματική

Selkä- ja käsinojaton tuoli.

+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκίμπους

    noun masculine
  • σκαμνί

    noun neuter

    Sitten olet vuorossa, ja hän nostaa sinut suurelle, punaiselle pallille.

    Μετά έρχεται η σειρά σου, κι η μαμά σου σ'ανεβάζει πάνω σ'ένα κόκκινο σκαμνί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " palli " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "palli" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Διάφραγμα
  • στρίφωμα
  • αρχίδια · όρχις
  • διάφραγμα
  • αγροτεμάχιο · κομμάτι · κομμάτι γης · οικόπεδο · στήλη
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "palli" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη