Μετάφραση του "palsami" σε Ελληνικά

Το βάλσαμο είναι η μετάφραση του "palsami" σε Ελληνικά.

palsami noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βάλσαμο

    noun neuter

    Hänellä on palsamia, joka voi parantaa jopa syviä ja salattuja haavoja.

    Εκείνος είναι το βάλσαμο το οποίο μπορεί να θεραπεύσει ακόμη και βαθείες και κρυμμένες πληγές.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " palsami " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "palsami" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη