Μετάφραση του "parallelismi" σε Ελληνικά
Το παραλληλισμός είναι η μετάφραση του "parallelismi" σε Ελληνικά.
parallelismi
Noun
γραμματική
-
παραλληλισμός
noun masculineTästä syystä tätä parallelismia kutsutaan joskus myös muodolliseksi tai rakenteelliseksi.
Γι’ αυτόν το λόγο, το συγκεκριμένο είδος ονομάζεται μερικές φορές τυπικός ή δομικός παραλληλισμός.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " parallelismi " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη