Μετάφραση του "parantumaton" σε Ελληνικά

Οι ανίατος, αγιάτρευτος, αδιόρθωτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "parantumaton" σε Ελληνικά.

parantumaton adjective verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανίατος

    adjective
  • αγιάτρευτος

    adjective
  • αδιόρθωτος

    adjective

    Jos joku on parantumaton, niin sinä, parfymoitu pornovampyyri.

    Εσύ κι αν είσαι αδιόρθωτος, μυρωδάτε πορνοβάμπιρε.

  • αθεράπευτος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " parantumaton " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "parantumaton" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη