Μετάφραση του "peitsi" σε Ελληνικά

Οι λόγχη, δόρυ, ακόντιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "peitsi" σε Ελληνικά.

peitsi noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λόγχη

    noun feminine

    Jos peitsi iski, se ei ollut hänen.

    Αν τον κεραυνοβόλησε, δεν ήταν η δική του λόγχη.

  • δόρυ

    noun neuter

    Käy tanaan peitsi ja pirstoutuu kilpi!

    Τα δόρατα θα τρανταχτούν κι ασπίδες θα ραγίσουν!

  • ακόντιο

    noun neuter
  • καμάκι

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " peitsi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Peitsi
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λόγχη

    noun

    ένα όπλο που αποτελείται από ένα ραβδί, συνήθως με αιχμή.

    Jos peitsi iski, se ei ollut hänen.

    Αν τον κεραυνοβόλησε, δεν ήταν η δική του λόγχη.

Φράσεις παρόμοιες με "peitsi" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "peitsi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη