Μετάφραση του "peli" σε Ελληνικά

Οι παιχνίδι, αγώνας, παίγνιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "peli" σε Ελληνικά.

peli noun γραμματική

Huvitus, ajanviete. [..]

+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • παιχνίδι

    noun neuter

    Huvitus, ajanviete.

    On aika selvää ettei se ole vain peli.

    Είναι προφανές ότι δεν είναι απλώς ένα παιχνίδι.

  • αγώνας

    noun masculine

    Huvitus, ajanviete.

    Kun peli on ohi, ohjatkaa lapset suoraan bussiin.

    Μόλις τελειώσει ο αγώνας να βεβαιωθείς ότι όλα τα παιδιά θα πάνε κατευθείαν στο λεωφορείο.

  • παίγνιο

    Huvitus, ajanviete.

    Jos toinen näistä edellytyksistä ei täyttynyt, kyseinen peli ei ollut arvonlisäverosta vapaa.

    Αντιθέτως, αν δεν πληρούνταν η μία από τις δύο αυτές προϋποθέσεις, το σχετικό παίγνιο δεν απαλλασσόταν του φόρου αυτού.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παρτίδα
    • παίξιμο
    • συνάντηση
    • Παιχνίδι
    • αγώνισμα
    • αθλητικό παιχνίδι
    • εξέλιξη
    • ερωτοτροπία
    • παιγνίδι
    • τζόγος
    • χαριεντισμός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " peli " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "peli"

Φράσεις παρόμοιες με "peli" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "peli" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη