Μετάφραση του "pelkuri" σε Ελληνικά

Οι κότα, άνανδρος, δειλός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pelkuri" σε Ελληνικά.

pelkuri noun γραμματική

Henkilö jolta puuttuu rohkeutta.

+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κότα

    noun feminine

    Että tunnen kyllä pelkurin, kun näen, ja siinä on yksi.

    – Λέω ότι... ξέρω να αναγνωρίζω μια κότα, και βλέπω μία αυτή τη στιγμή!

  • άνανδρος

    noun masculine

    En ole pelkuri enkä hitossa häpeä paikkaani.

    Λοχία, δεν είμαι άνανδρος και σίγουρα δε μετανιώνω που είμαι στην τρίχα.

  • δειλός

    noun masculine

    Kutsun varsinaiset pelkurit, videon tekijät, esiin piilostaan ja näyttämään kasvonsa.

    Καλώ τους πραγματικούς δειλούς, αυτούς που το κατασκεύασαν να βγουν και να φανερώσουν τα πρόσωπά τους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χέστης
    • φοβιτσιάρης
    • κιοτής
    • φοβητσιάρης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pelkuri " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pelkuri" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη