Μετάφραση του "pelokas" σε Ελληνικά

Οι φοβισμένος, άνανδρος, άτολμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pelokas" σε Ελληνικά.

pelokas adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • φοβισμένος

    adjective masculine

    En ole enää se pelokas metsästäjä, jonka veitte.

    Δεν είμαι πια ο φοβισμένος κυνηγός που απαγάγατε εκείνα τα χρόνια.

  • άνανδρος

    noun masculine
  • άτολμος

    Hän onkin aika pelokas.

    Μπορεί νάναι λίγο άτολμος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άψυχος
    • φοβητσιάρης
    • φόβος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pelokas " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pelokas" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη