Μετάφραση του "penkka" σε Ελληνικά

Το όχθη είναι η μετάφραση του "penkka" σε Ελληνικά.

penkka noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • όχθη

    noun feminine

    Joku paikallinen kalastaja löysi hänet alastomana, joen penkkaan käpertyneenä.

    Ένας ντόπιος ψαράς τον βρήκε γυμνό στην όχθη, σήμερα το πρωί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " penkka " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "penkka" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • σηκώνω
  • κάθισμα αυτοκινήτου
  • εδώλιο · πάγκος · παγκάκι · παρτέρι · στασίδι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "penkka" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη