Μετάφραση του "persoonallisuus" σε Ελληνικά
Οι προσωπικότητα, ατομικότητα, Προσωπικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "persoonallisuus" σε Ελληνικά.
persoonallisuus
noun
γραμματική
-
προσωπικότητα
noun feminine1|ihmisen tapa ajatella, tuntea ja käyttäytyä
Slessman on fiksu, - mutta hänellä on alistuva persoonallisuus.
Ο Σλέσμαν είναι έξυπνος, αλλά είναι πειθήνια προσωπικότητα.
-
ατομικότητα
noun -
Προσωπικότητα
Slessman on fiksu, - mutta hänellä on alistuva persoonallisuus.
Ο Σλέσμαν είναι έξυπνος, αλλά είναι πειθήνια προσωπικότητα.
-
προσωπικοτητα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " persoonallisuus " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "persoonallisuus" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Οιστριονική διαταραχή προσωπικότητας
-
Οριακή (μεταιχμιακή) διαταραχή προσωπικότητας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη