Μετάφραση του "peruminen" σε Ελληνικά

Οι απόσυρση, ανάκληση, αναίρεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "peruminen" σε Ελληνικά.

peruminen
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόσυρση

    noun feminine

    Oikaisulla tai perumisella on oltava taannehtiva vaikutus ainoastaan silloin, kun oikaisu tai peruminen on tehty kohtuullisen ajan kuluessa.

    Η διόρθωση ή απόσυρση έχει αναδρομική ισχύ μόνον εάν πραγματοποιηθεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.

  • ανάκληση

    noun feminine

    Valituksen peruminen ei rajoita sen oikeutta esittää myöhemmin uusi samaa asiaa koskeva valitus.

    Η ανάκληση αυτή δεν επηρεάζει το δικαίωμά του να υποβάλει νέα καταγγελία αργότερα όσον αφορά το ίδιο ζήτημα.

  • αναίρεση

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απάρνηση
    • αποκήρυξη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " peruminen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "peruminen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη