Μετάφραση του "perusperiaate" σε Ελληνικά
Οι βάση, βασική αρχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "perusperiaate" σε Ελληνικά.
perusperiaate
Noun
γραμματική
-
βάση
noun feminineKaupunkeja koskevissa toimissa on joukko aiempiin kokemuksiin pohjautuvia perusperiaatteita.
Με βάση την προηγούμενη εμπειρία, υπάρχουν διάφορες βασικές αρχές για τις αστικές ενέργειες.
-
βασική αρχή
nounKestävän kehityksen periaate on aina ollut eurooppalaisen maatalouden perusperiaate.
Ανέκαθεν, η αρχή της βιωσιμότητας αποτελούσε τη βασική αρχή της ευρωπαϊκής γεωργίας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " perusperiaate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη