Μετάφραση του "perustua" σε Ελληνικά

Οι στηρίζω, βασίζομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "perustua" σε Ελληνικά.

perustua verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • στηρίζω

    verb

    Vahingonkorvausvaatimus on siis hylättävä, siltä osin kuin se perustuu hylkäämispäätöksessä väitetysti oleviin lainvastaisuuksiin.

    Επομένως, το αίτημα αποζημιώσεως πρέπει να απορριφθεί διότι στηρίζεται στη φερόμενη έλλειψη νομιμότητας της αποφάσεως περί απορρίψεως.

  • βασίζομαι

    verb

    Arvoisa puhemies, puheenvuoroni perustuu työjärjestyksemme liitteessä V olevan 3 artiklan 2 kohtaan.

    Κύριε Πρόεδρε, βασίζομαι στο παράρτημα V, άρθρο 3, παρ. 2, του Κανονισμού μας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " perustua " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "perustua" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη