Μετάφραση του "pervo" σε Ελληνικά

Το ανώμαλος είναι η μετάφραση του "pervo" σε Ελληνικά.

pervo noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανώμαλος

    adjective noun masculine

    Se ryntäsi tänne ja alkoi tuijottaa kuin pervo.

    Μπήκε μέσα και μας κοιτάζει σαν κανένας ανώμαλος!

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pervo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pervo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη