Μετάφραση του "piekseminen" σε Ελληνικά

Το ξυλοδαρμός είναι η μετάφραση του "piekseminen" σε Ελληνικά.

piekseminen Noun verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξυλοδαρμός

    noun

    14 Lannistiko piekseminen apostoleita, tai horjuttiko se heidän päättäväisyyttään?

    14 Μήπως ο ξυλοδαρμός έκαμψε το ηθικό των αποστόλων ή εξασθένισε την αποφασιστικότητά τους;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " piekseminen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "piekseminen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη