Μετάφραση του "pientalo" σε Ελληνικά

Οι κατοικία μονογονεϊκής οικογένειας, μπανγκαλόου είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pientalo" σε Ελληνικά.

pientalo noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατοικία μονογονεϊκής οικογένειας

  • μπανγκαλόου

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pientalo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pientalo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη