Μετάφραση του "piilo" σε Ελληνικά

Οι κρυσφήγετο, κρυψώνας, λημέρι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "piilo" σε Ελληνικά.

piilo noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κρυσφήγετο

    noun neuter
  • κρυψώνας

    noun masculine
  • λημέρι

    noun neuter

    Isä tuijotti maalausta tuntikausia ja etsi Draculan piiloa.

    Ο πατέρας μου έψαχνε ώρες... το λημέρι του στον πίνακα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καταφύγιο
    • κρησφύγετο
    • κρυψώνα
    • επικάλυψη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " piilo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "piilo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "piilo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη