Μετάφραση του "piirros" σε Ελληνικά

Οι σχέδιο, σχεδίασμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "piirros" σε Ελληνικά.

piirros noun Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σχέδιο

    noun neuter

    — joko piirustukseen merkityssä mittakaavassa oleva tai tärkeimmät mitat esittävä piirros suojarakenteesta kokonaisuudessaan.

    σχέδιο, υπό κλίμακα ή με ένδειξη των κυριότερων διαστάσεων, του συνόλου της διάταξης προστασίας.

  • σχεδίασμα

    noun neuter

    6.2 piirros tai painokuva ja mittakaava

    6.2 σχεδίασμα ή απ' ευθείας εκτύπωση σε κλίμακα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " piirros " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "piirros" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη