Μετάφραση του "pikainen" σε Ελληνικά

Οι άμεσος, σύντομος, ταχύς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pikainen" σε Ελληνικά.

pikainen adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • άμεσος

    adjective masculine
  • σύντομος

    adjective masculine

    Näiden ongelmien mahdollisimman pikainen ratkaiseminen olisi kaikkien energiankäyttäjien edun mukaista.

    Τα προβλήματα αυτά χρήζουν διευθέτησης το συντομότερο δυνατόν, προς το συμφέρον του συνόλου των χρηστών ενέργειας.

  • ταχύς

    adjective masculine

    Komissio osallistuu aktiivisesti kansainvälisiin toimiin, joiden tarkoituksena on tämän artiklan pikainen ja tehokas täytäntöönpano.

    H Επιτροπή συμμετέχει ενεργά στις διεθνείς προσπάθειες για την ταχεία και αποτελεσματική εφαρμογή του εν λόγω άρθρου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βραχύς
    • γρήγορος
    • ξαφνικός
    • έγκαιρος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pikainen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pikainen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη