Μετάφραση του "pikkolo" σε Ελληνικά

Το γκρουμ είναι η μετάφραση του "pikkolo" σε Ελληνικά.

pikkolo noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • γκρουμ

    noun masculine

    Pelkään sinun täytyy tyytyä minuun johtajana, - portieerina ja pikkolona tänään.

    Φοβάμαι πως θα έχετε να κάνετε μόνο με μένα είμαι ο διαχειριστής, ο θυρωρός και γκρουμ απόψε.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pikkolo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pikkolo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη