Μετάφραση του "pikkupoika" σε Ελληνικά

Οι αγοράκι, πιτσιρίκος, πιτσιρικάς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pikkupoika" σε Ελληνικά.

pikkupoika noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγοράκι

    noun neuter

    Eräs pikkupoika menetti tänään isänsä, koska halusit päästä helpolla.

    Ένα αγοράκι έχασε τον πατέρα του σήμερα επειδή ήθελες να το κάνεις με τον εύκολο τρόπο.

  • πιτσιρίκος

    noun masculine

    Tännejuoksi hetki sitten pikkupoika.

    'Ενας πιτσιρίκος μπήκε εδώ μέσα πριν από λίγο και...

  • πιτσιρικάς

    masculine

    Pikkupoikana en osannut kuvitella, että elämässäni kävisi näin.

    Όταν ήμουν πιτσιρικάς ποτέ μου δε φαντάστηκα ότι η ζωή μου θα πάρει τέτοια τροπή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pikkupoika " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pikkupoika" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη