Μετάφραση του "pilalla" σε Ελληνικά

Οι αλλοιωμένος, χαλασμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pilalla" σε Ελληνικά.

pilalla noun adverb
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλλοιωμένος

  • χαλασμένος

    adjective

    RJ: n äiti hemmottelee hänet pilalle.

    RJ από να πάρει χαλασμένος από το mom του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pilalla " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "pilalla" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ανέκδοτο · αστείο · αστεϊσμός · παρωδία · χωρατό
  • αλλοιώνω · αμαυρώνω · εκτελώ αδέξια · κάνω άτεχνα · κακομαθαίνω · καλομαθαίνω · κατακρεουργώ · καταστρέφω · μολύνω · παραθέτω · προσφέρω · τα θαλασσώνω · τα κάνω μούσκεμα · φθείρω · χαλάω
  • αλλοιώνομαι · κόβω · ξινίζω · χαλάω
  • εμπαίζω · κοροϊδεύω · περιγελώ
  • αστεΐζομαι · αστειεύομαι · ατειεύομαι · εμπαίζω · κοροϊδεύω · περιγελώ · χαριτολογώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pilalla" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη