Μετάφραση του "pilkata" σε Ελληνικά

Οι κοροϊδεύω, χλευάζω, γελάω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pilkata" σε Ελληνικά.

pilkata verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κοροϊδεύω

    verb

    Tarkoitan, että jos eroaisitte, - kuka olisi aviopari, joista voisin tehdä pilkkaa?

    Γιατί, αν χωρίζατε, ποιό παντρεμένο ζευγάρι θα είχα μετά για να κοροϊδεύω;

  • χλευάζω

    verb

    Kaaniksi aikovan miehen täytyy olla ryhdikäs ja murskata ne, jotka julkeavat pilkata häntä.

    Ο άντρας που θα γίνει Χαν πρέπει να στέκεται ψηλά και να συντρίβει, όποιον τολμά να τον χλευάσει..

  • γελάω

    verb

    Edellinen joka pilkkasi hiuksistani, yrittää edelleen kaivaa päätänsä perseestänsä.

    Ο τελευταίος που γέλασε με τα μαλλιά μου, ακόμη βγάζει τρίχες απο τον κώλο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γελοιοποιώ
    • βλασφημώ
    • διασύρω
    • εμπαίζω
    • καταριέμαι
    • κριτικάρω
    • λοιδορώ
    • περιγελώ
    • περιπαίζω
    • σαρκάζω
    • σατιρίζω
    • υβρίζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pilkata " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "pilkata" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εμπαίζω · κοροϊδεύω · περιγελώ · χλευάζω
  • πελεκούδι
  • κουτουλώ
  • απέχθεια · ειρωνεία · κοροϊδία · λοιδορία · σαρκασμός · στόχος · χλευασμός
  • βλασφημώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pilkata" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη