Μετάφραση του "pillu" σε Ελληνικά
Οι μουνί, μουνάκι, αιδοίο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pillu" σε Ελληνικά.
pillu
noun
γραμματική
-
μουνί
noun neuter1|(alat.) naisen sukupuolielimet [..]
Koska sä oot liian ujo nuolee pillua, nuolet persettä, se on varmaan fiksua?
Λες και φοβάσαι να γλύψεις μουνί, κι έτσι τρως τις τρίχες.
-
μουνάκι
noun neuter1|(alat.) naisen sukupuolielimet
Sinä ajelit ympäriinsä istuen minun märän, kiimaisen pilluni nesteissä.
Οδηγούσες τριγύρω ενώ καθόσουν πάνω στους χυμούς από το υγρό, καυτό μου μουνάκι.
-
αιδοίο
noun neuterVaimoni yllätti minut syömästä suklaapatukkaa - siivoojan pillusta.
Η κυρά μου μ'έπιασε να τρώω μια... σοκολάτα από το αιδοίο της καθαρίστριάς μας.
-
γατάκι
noun neuter(χυδ.) γατάκι
Tai sitten en vain anna pillua.
Ή τα παίρνω με το " γατάκι " μου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pillu " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη