Μετάφραση του "pippeli" σε Ελληνικά

Οι πουλί, τσουτσούνα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pippeli" σε Ελληνικά.

pippeli noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πουλί

    noun neuter

    He eivät ole kertoneet kenellekään, kun tappelivat vessassa ja koskettivat vahingossa toistensa pippeleitä.

    Δεν έχουν πει ποτέ σε κανέναν, για'κείνην την φορά που μπλέχτηκαν σε καυγά σε μια τουαλέτα, και κατά λάθος χτύπησαν τα πουλιά τους.

  • τσουτσούνα

    1|(''lapsekas ilmaisu'') siitin

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pippeli " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pippeli" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη