Μετάφραση του "pistin" σε Ελληνικά

Οι ξιφολόγχη, κεντρί, λόγχη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pistin" σε Ελληνικά.

pistin Noun verb noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξιφολόγχη

    noun feminine

    Jos pistin jää kiinni, älä nosta jalkaa rinnalle.

    Και εάν η ξιφολόγχη σας μεινει κολλημένη, μην βάλετε το πόδι σας στο στήθος του.

  • κεντρί

    noun neuter

    Se on huono työ miehelle jolla on pistin.

    Είναι κακή δουλειά για κάποιον που έχει κεντρί. Όχι.

  • λόγχη

    noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μπαγιονέτα
    • βουκέντρα
    • βούκεντρο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pistin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "pistin" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αγκυλώνω · κεντώ · προκαλώ τσίμπημα · τρυπώ · τσιγκλίζω · τσιμπώ
  • φιστίκι Αιγίνης
  • βάζω · βυθίζω · γαμώ · δαγκάνω · δαγκώνω · εκπλήσσω · καταπλήσσω · κεντρίζω · μαχαιρώνω · μπάζω · μπήγω · περονιάζω · σαστίζω · σουβλίζω · τσιμπάω · τσιμπώ · τσούζω · χώνω
  • επανεξοπλίζω
  • γεωγραφικό σημείο
  • λευκό σημείο
  • τυφλό σημείο
  • άκρο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pistin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη