Μετάφραση του "pohja" σε Ελληνικά

Οι πυθμένας, βυθός, σόλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pohja" σε Ελληνικά.

pohja noun γραμματική

Painauma, joka muodostaa maapohjan vesimassan alle.

+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πυθμένας

    noun masculine

    Tämän jälkeen Prekmurska gibanicaan pistellään pitkällä neulalla pohjaan asti ulottuvia reikiä.

    Το «Prekmurska gibanica» διατρυπάται σε πολλά σημεία με μακριά λεπτή βελόνα έως τον πυθμένα του σκεύους.

  • βυθός

    noun masculine

    Ankeriaan kalastus troolilla on kielletty järven pohjan suojelemiseksi.

    Η χρήση τράτας για χέλια απαγορεύεται για να προστατευθεί ο βυθός της λίμνης.

  • σόλα

    noun feminine

    Tavaramerkin kuvauksesta käy ilmi, että väri kattaa koko kengän pohjan riippumatta siitä, mitkä kengänpohjan ääriviivat tarkalleen ottaen ovat.

    Από την απεικόνιση του σήματος προκύπτει ότι το χρώμα καλύπτει ολόκληρη τη σόλα, ανεξαρτήτως του συγκεκριμένου περιγράμματός της.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βάση
    • δάπεδο
    • κοίτη
    • πάτος
    • έδαφος
    • θεμέλιο
    • υπόβαθρο
    • βαθούλωμα
    • βασική αρχή
    • γούβα
    • επιφάνεια ζωγραφικής
    • θεμελίωση
    • κάτω μέρος
    • κώλος
    • πέλμα
    • υπέρεισμα
    • υποδομή
    • υπόστρωμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pohja " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Pohja proper γραμματική
+ Προσθήκη

"Pohja" στο λεξικό Φινλανδικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Pohja στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "pohja"

Φράσεις παρόμοιες με "pohja" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pohja" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη