Μετάφραση του "pois" σε Ελληνικά
Οι μακριά, κλειστό, εκ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pois" σε Ελληνικά.
pois
adverb
γραμματική
-
μακριά
adverbVoisitte tehdä itsellenne palveluksen ja pysyä poissa kentältä.
Εχετε το νου σας, μείνετε μακριά από το γήπεδο.
-
κλειστό
neuterPidän valot poissa, sillä he ovat vastapäisellä katolla ja yrittävät kuvata meitä.
Πρέπει να έχω κλειστά τα φώτα επειδή είναι στην απέναντι ταράτσα προσπαθώντας να τραβήξουν πλάνα.
-
εκ
numeral adpositionYhteisöjen tuomioistuin ei ole sulkenut pois toimielinten laajan harkintavallan käytön tuomioistuinvalvontaa.
Το Δικαστήριο δεν αποκλείει τον δικαστικό έλεγχο της εκ μέρους των οργάνων άσκησης της ευρείας διακριτικής τους ευχέρειας.
-
ξεκοιλιάζω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pois " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "pois" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Κατάργηση από αυτή τη συνομιλία
-
αποπληρώνω · εκκαθαρίζω · εκπληρώνω · εξοφλώ · ξεπληρώνω
-
Διαγραφή ομάδας και επαφών
-
κλείνω · σβήνω
-
έξω · απών · εκτός · κλειστό · σε απόσταση
-
αφανίζω · ξεπαστρεύω
-
μήνυμα "Eκτός γραφείου"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη