Μετάφραση του "pommi" σε Ελληνικά

Οι βόμβα, εκρηκτική συσκευή, Βόμβα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pommi" σε Ελληνικά.

pommi noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βόμβα

    noun feminine

    Lähteemme kertovat, että olet juuri saanut kemikaalisen pommin.

    Οι πηγές μας λένε ότι αποκτήσατε μία χημική βόμβα.

  • εκρηκτική συσκευή

    noun

    Hän räjäytti loput tavarani kotitekoisella pommilla.

    Χρησιμοποίησε μια σπιτική εκρηκτική συσκευή για να καταστρέψει ότι απέμεινε από τα πράγματά μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pommi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Pommi
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Βόμβα

    Pommin räjähtäessä, oli välähdys ja sitten oli paljon savua.

    Όταν εξερράγη η βόμβα, υπήρχε μια λάμψη, και μετά υπήρχε πολύς καπνός.

Φράσεις παρόμοιες με "pommi" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pommi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη