Μετάφραση του "populaatio" σε Ελληνικά

Οι πληθυσμός, πληθυσμιακή στατιστική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "populaatio" σε Ελληνικά.

populaatio noun γραμματική

Ryhmä yhden lajin organismeja, jotka elävät tietyllä alueella.

+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πληθυσμός

    noun masculine

    Ryhmä yhden lajin organismeja, jotka elävät tietyllä alueella.

    Taudin puhkeaminen ja nopea leviäminen ihmisten joukossa jollain alueella tai jossakin populaatiossa.

    Εστία νόσου που εξαπλώνεται ταχύτατα σε άτομα μιας περιοχής ή ενός πληθυσμού.

  • πληθυσμιακή στατιστική

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " populaatio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "populaatio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη