Μετάφραση του "prikaati" σε Ελληνικά
Οι ταξιαρχία, μεραρχία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prikaati" σε Ελληνικά.
prikaati
noun
γραμματική
-
ταξιαρχία
noun feminineKevyt prikaati anastaa tykit takaisin niiden oikeutetuille omistajille.
Η ελαφριά ταξιαρχία θα κατευθυνθεί για να αποκαταστήσει εκείνα τα πυροβόλα όπλα στο νόμιμο ιδιοκτήτη τους.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " prikaati " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Prikaati
-
μεραρχία
noun
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη