Μετάφραση του "prikaati" σε Ελληνικά

Οι ταξιαρχία, μεραρχία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prikaati" σε Ελληνικά.

prikaati noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ταξιαρχία

    noun feminine

    Kevyt prikaati anastaa tykit takaisin niiden oikeutetuille omistajille.

    Η ελαφριά ταξιαρχία θα κατευθυνθεί για να αποκαταστήσει εκείνα τα πυροβόλα όπλα στο νόμιμο ιδιοκτήτη τους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " prikaati " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Prikaati
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μεραρχία

    noun
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "prikaati" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη