Μετάφραση του "prisma" σε Ελληνικά
Οι πρίσμα, Πρίσμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prisma" σε Ελληνικά.
prisma
noun
γραμματική
-
πρίσμα
noun neuter1|valon spektriksi hajoittava tai valon kulkua taittava optinen laite
Tästä kristallista taittunut valo muodostaa prisman, joka näyttää, onko jossain verijälkiä.
Το φως διαθλάται σ'αυτόν τον κρύσταλλο. Θα δημιουργήσουμε πρίσμα που θα δείξει αν υπάρχουν ίχνη αίματος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " prisma " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Prisma
-
Πρίσμα
Prismat, peilit ja optiset elementit, muualle luokittelemattomat
Πρίσματα, καθρέφτες και άλλα οπτικά στοιχεία π.δ.κ.α.
Φράσεις παρόμοιες με "prisma" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πρίσμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη