Μετάφραση του "psykootikko" σε Ελληνικά

Το ψυχωτικός είναι η μετάφραση του "psykootikko" σε Ελληνικά.

psykootikko noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ψυχωτικός

    noun masculine

    Mellis oli onnenonkija ja psykootikko.

    Ο Μέλλις ήταν προικοθήρας και ψυχωτικός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " psykootikko " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "psykootikko" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη