Μετάφραση του "psyykkinen" σε Ελληνικά

Οι διανοητικός, νοητικός, πνευματικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "psyykkinen" σε Ελληνικά.

psyykkinen adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • διανοητικός

    adjective masculine

    Muita tärkeitä oireita ovat korkea kuume ja psyykkinen sekavuus

    Άλλα σημαντικά συμπτώματα είναι ο υψηλός πυρετός και η διανοητική σύγχυση

  • νοητικός

    adjective masculine

    Meidä yhteiskunnan päähuolenaihe on psyykkinen kehitys ja ihmisten motivointi saavuttaakseen heidän suurimman potentiaalin.

    Ο μεγαλύτερος στόχος της κοινωνίας μας είναι η νοητική ανάπτυξη και η κινητοποίηση κάθε ατόμου ώστε να φτάσει στην υψηλότερη δυναμική του.

  • πνευματικός

    adjective masculine

    Kuninkaan päätöksessä määritellään erityiset vaarat sekä huomattava fyysinen ja psyykkinen rasitus.

    Οι ιδιαίτεροι κίνδυνοι και η σημαντική σωματική ή πνευματική ένταση ορίζονται σε ένα βασιλικό διάταγμα.

  • ψυχικός

    adjective

    Hän luuli sen olevan jonkinlainen pelkojemme psyykkinen ilmentymä.

    Πίστευε ότι ήταν κάτι σαν ψυχική φοβία όλων όσων κρύβουμε μέσα μας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " psyykkinen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "psyykkinen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "psyykkinen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη