Μετάφραση του "punertava" σε Ελληνικά

Οι κοκκινωπός, υπέρυθρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "punertava" σε Ελληνικά.

punertava adjective verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κοκκινωπός

    masculine

    Aikuisilla linnuilla roikkuu kaulassa ilmalla täyttyvä punertava kurkkupussi, joka muistuttaa paksua solmiota.

    Κάτω από το λαιμό των ενήλικων μαραμπού κρέμεται ένας κοκκινωπός φουσκωτός θύλακος που μοιάζει με χοντρή στρογγυλή γραβάτα.

  • υπέρυθρος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " punertava " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "punertava" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη