Μετάφραση του "puoli" σε Ελληνικά

Οι πλευρά, άποψη, μεριά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "puoli" σε Ελληνικά.

puoli adjective noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλευρά

    noun feminine

    Ehdokasvaltioiden ponnistelujen jatkaminen on kuitenkin vain mitalin toinen puoli.

    Η συνέχιση των προσπαθειών των υποψήφιων χωρών, όμως, δεν είναι παρά μόνον η μία πλευρά του νομίσματος.

  • άποψη

    noun feminine

    Palveleva puoli merkitsee tehokkaiden tietojärjestelmien tarjoamista ja asiakastukea.

    Από άποψη παροχής υπηρεσιών, θα δοθεί έμφαση στην παροχή αποτελεσματικού συστήματος πληροφοριών και στην εξυπηρέτηση των πελατών.

  • μεριά

    noun

    Sano Melindalle, että toinen puoli yrittää pelotella häntä niillä näyillä.

    Πες στην Μελίντα ότι η άλλη μεριά της δίνει αυτά τα οράματα για να την φοβίσει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μισό
    • μισός
    • πλευρό
    • έδρα
    • ήμισυ
    • γιατί
    • διότι
    • επειδή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " puoli " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "puoli" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "puoli" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη