Μετάφραση του "puoliso" σε Ελληνικά
Οι σύζυγος, σύντροφος, ταίρι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "puoliso" σε Ελληνικά.
-
σύζυγος
noun masculineavioliiton, rekisteröidyn parisuhteen tms. osapuoli
Lisäksi yksikään kyseisten virkamiesten puolisoista ei ole kolmannen maan kansalainen.
Επιπλέον, κανένας από τους συζύγους των εν λόγωπαλλήλων δεν είναιπήκοος τρίτης χώρας.
-
σύντροφος
noun masculineKun on kyse muusta kuin puolisoiden välisestä luovutuksesta, verinäytteet on otettava kunkin luovutuksen ajankohtana.
Για τις δωρεές από άτομα εκτός των συντρόφων, πρέπει να λαμβάνονται δείγματα αίματος σε κάθε δωρεά.
-
ταίρι
noun neuterSe annetaan täysi-ikäiselle tyttärelle, joka voi ottaa puolison.
Δίνεται σε μια κόρη όταν ενηλικιώνεται, όταν είναι σε ηλικία να βρει ταίρι.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- παντρεύομαι
- συμβία
- σύντροφος βίου
- σύντροφος ζωής
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " puoliso " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "puoliso" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συγγενής εξ αγχιστείας