Μετάφραση του "pureva" σε Ελληνικά
Οι δηκτικός, καυστικός, κοφτερός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pureva" σε Ελληνικά.
pureva
adjective
verb
γραμματική
-
δηκτικός
Olisi mahdotonta kuvitella, että hän olisi esittänyt purevat tuomionsa ponnettomasti ja ilmeettömästi.
Δεν μπορούμε να τον φανταστούμε να εκφράζει αυτά τα δηκτικά λόγια καταδίκης με άτονο και άψυχο τρόπο.
-
καυστικός
adjective masculineMaallinen kirjallisuuskritiikki on purevaa.
Καυστική αν όχι βλάσφημη κυριολεκτική κριτική.
-
κοφτερός
adjective masculine -
οξύς
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pureva " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη