Μετάφραση του "pusikko" σε Ελληνικά
Οι θάμνος, θαμνότοπος, λόχμη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pusikko" σε Ελληνικά.
pusikko
noun
γραμματική
-
θάμνος
noun masculineJos kerran piileskelet pusikossa, haetaan sinulle tummempia vaatteita.
Αφού θα κρυφτείς στους θάμνους να φορέσεις κάτι σκούρο.
-
θαμνότοπος
noun masculine -
λόχμη
noun neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pusikko " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη