Μετάφραση του "puuha" σε Ελληνικά

Οι αγγαρεία, απασχόληση, ασχολία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "puuha" σε Ελληνικά.

puuha noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγγαρεία

    noun feminine
  • απασχόληση

    noun feminine

    Belfastissa se oli vaarallista puuhaa.

    Αυτό, στο Μπέλφαστ, ήταν επικίνδυνη απασχόληση.

  • ασχολία

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " puuha " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "puuha" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "puuha" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη