Μετάφραση του "puukottaa" σε Ελληνικά

Οι μαχαιρώνω, σφάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "puukottaa" σε Ελληνικά.

puukottaa verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαχαιρώνω

    verb

    En liittynyt kerhoon salakuljettaakseni tai puukottaakseni toisia.

    Δεν μπήκα σε αυτό το κλαμπ για να κάνω λαθρεμπόριο ή να μαχαιρώνω κόσμο.

  • σφάζω

    verb

    Menen takaisin etsimään sen pirun latinon ja puukotan häntä.

    Θα ξαναπάω εκεί, θα βρω αυτόν τον αλήτη και θα τον σφάξω.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " puukottaa " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "puukottaa" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη