Μετάφραση του "puusto" σε Ελληνικά

Το ξυλεία είναι η μετάφραση του "puusto" σε Ελληνικά.

puusto noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξυλεία

    noun feminine

    Maittain omavaraisuusaste vaihtelee suuresti mm. puuston määrästä ja hyödyntämisasteesta johtuen.

    Η αυτάρκεια κάθε χώρας διαφέρει σε μεγάλο βαθμό λόγω της ποσότητας και της εκμετάλλευσης της ξυλείας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " puusto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "puusto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη