Μετάφραση του "raaka" σε Ελληνικά

Οι ακατέργαστος, ωμός, αγροίκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "raaka" σε Ελληνικά.

raaka adjective noun γραμματική

Joka ei ole kypsennetty (ruoka). [..]

+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακατέργαστος

    adjective masculine

    Liuskekivi, raaka, myös karkeasti lohkottu tai pelkästään leikattu suorakaiteen tai neliön muotoisiksi kappaleiksi tai laatoiksi

    Σχιστόλιθος, ακατέργαστος, χοντρικά κατεργασμένος ή απλώς κομμένος σε όγκους ή πλάκες ορθογώνιου ή τετράγωνου σχήματος

  • ωμός

    adjective masculine

    Tämä on niin raaka mies että syö suoraan riistasta.

    Αυτός ο καριόλης, αυτός ο καριόλης είναι τόσο ωμός, που τρώει κατευθείαν μπριζόλες από τους κώλους ζωντανών ταύρων.

  • αγροίκος

    adjective

    Sotilas, raaka mies, hakkasi eläimiä niin - että yksi alkoi vuotaa verta.

    Ένας στρατιώτης, ο αγροίκος, τα χτυπούσε τόσο δυνατά, που ένα τους άρχισε να αιμορραγεί.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αδούλευτος
    • σκληρός
    • άξεστος
    • άψητος
    • αιματηρός
    • αμαγείρευτος
    • σκέτος
    • σκληρή
    • σκληρό
    • στυγνός
    • άγουρος
    • ανεπεξέργαστος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " raaka " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "raaka" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "raaka" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη