Μετάφραση του "rahallinen" σε Ελληνικά
Οι χρηματικός, νομισματικός, οικονομικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rahallinen" σε Ελληνικά.
rahallinen
adjective
γραμματική
-
χρηματικός
masculineRatkaisevaa on, että kysymyksessä on työsuhteen perusteella maksettava rahallinen suoritus.
Το αποφασιστικό στοιχείο είναι ότι πρόκειται για χρηματική παροχή που καταβάλλεται στο πλαίσιο της σχέσεως εργασίας.
-
νομισματικός
adjective masculine -
οικονομικός
adjective masculineRahallinen korvaus ja verotus
Οικονομικός συμψηφισμός και φορολογία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rahallinen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "rahallinen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
χρηματική αποζημίωση
-
χρηματοδοτική ενίσχυση
-
αξία · οικονομική αξία · τιμή
-
νομισματική αξιολόγηση
-
αξία · οικονομική αξία · τιμή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη