Μετάφραση του "rahat" σε Ελληνικά

Οι κεφάλαιο, λουκούμι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rahat" σε Ελληνικά.

rahat noun
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κεφάλαιο

    noun

    Suurille sähköisen rahan määrille asetetaan direktiivissä merkittävät pääomavaatimukset.

    Στην οδηγία καθορίζονται σημαντικές απαιτήσεις κεφαλαίου για τα μεγαλύτερα κεφάλαια κίνησης.

  • λουκούμι

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rahat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "rahat" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ηλεκτρονικό χρήμα
  • μάννα εξ ουρανού
  • μειώνω τον πληθωρισμό
  • βρόμικο χρήμα · λεία
  • μετρητά · ρευστό
  • νομισματικός · οικονομικός · χρηματικός
  • κέρμα · λεφτά · μετρητά · μονέδα · νόμισμα · παράς · παραδάκι · πλούτος · συνάλλαγμα · χρήμα · χρήματα
  • προσφορά χρήματος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rahat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη